Προβλήματα συμπεριφοράς που οδηγούν τα παιδιά στην θεραπεία

 

 Η επιθετικότητα αποτελεί το 1/3 των προβλημάτων συμπεριφοράς που αναγκάζουν τους γονείς να φέρουν τα παιδιά τους στη θεραπεία.

 Η επιθετική συμπεριφορά εκφράζεται με διάφορες μορφές όπως η σωματική και λεκτική βία που πολλές φορές μπορεί να πάρει τη μορφή αντικοινωνικών συμπεριφορών.    

Παιδιά παρορμητικά, ανυπάκουα, με εκρήξεις οργής. Παιδιά που δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν σε ένα περιβάλλον που τους δημιουργεί θυμό και φόβο, δεν μπορούν να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους, να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους και αναγκάζονται να υιοθετήσουν τραβηγμένες συμπεριφορές, ώστε να επιβιώσουν σε έναν κόσμο εχθρικό.

    Τα περισσότερα συμπτώματα που τελικά οδηγούν τα παιδιά στη θεραπεία, συνδέονται άμεσα με την καταπίεση του θυμού. Το παιδί από τα πρώτα χρόνια της ζωής του μαθαίνει πως η έκφραση του θυμού προκαλεί μεγάλους κινδύνους και συνήθως αποφασίζει όταν νιώθει θυμό, να σπρώξει το συναίσθημα προς τα κάτω, να το κρατήσει μέσα του. Το ανέκφραστο συναίσθημα μένει μέσα στο παιδί σαν μια πέτρα, παρεμβαίνοντας στην υγιή ανάπτυξη. Ο οργανισμός επιλέγει κάποια μορφή έκφρασης του συναισθήματος με ή χωρίς τη συνεργασία της επίγνωσης του παιδιού, ώστε να φτάσει σε ομοιόσταση.

    Κάποιο παιδί μπορεί να εκδηλώσει κάποια χαρακτηριστικά υπερκινητικότητας. Υποφέρει από έντονη και αποδιοργανωμένη υπερδραστηριότητα. Αυτή με τη σειρά της είναι αλληλένδετη με διάσπαση της προσοχής, με αδυναμία της συγκέντρωσης σε μια δραστηριότητα, με μικρή διάρκεια προσοχής και έντονη παρορμητικότητα. Παιδιά φοβισμένα, θυμωμένα, που συχνά φοβούνται να εμπλακούν σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, κινούνται από το ένα πράγμα στο άλλο, χωρίς να μπορούν να δώσουν προσοχή για πολύ χρόνο σε κάτι συγκεκριμένο.

    Κάποιο άλλο παιδί επιλέγει την αποστασιοποίηση, έχοντας την ανάγκη πιθανότατα να αποσυρθεί από έναν κόσμο που είναι οδυνηρός. Τα αποστασιοποιημένα παιδιά, είναι παιδιά συγκρατημένα. Έχουν μάθει να κρατούν το στόμα τους κλειστό, γιατί αυτό το μήνυμα έχουν πάρει από το περιβάλλον τους. Κλείνοντας το στόμα τους, κρατούν συναισθήματα και εμπειρίες σφραγισμένα μέσα τους. Συχνά αυτά τα παιδιά είναι απομονωμένα, γιατί δεν έχουν την άνεση να επικοινωνούν ελεύθερα με τους άλλους. Έχουν μπερδεμένα συναισθήματα στοργής, αγάπης και θυμού. Κρατούν τον εαυτό τους σε ένα ασφαλές μέρος, αποφεύγοντας το ρίσκο της απόρριψης ή του να πληγωθούν.

    Όταν τα παιδιά με οποιοδήποτε πρόβλημα έρχονται στη θεραπεία, πολλοί φόβοι οι οποίοι είναι καταπιεσμένοι βαθιά μέσα τους, βγαίνουν στην επιφάνεια. Μερικοί φόβοι μεγαλώνουν τόσο πολύ, γίνονται τόσο επίμονοι, που γίνονται φοβίες. Ο φόβος για τον οποίο έρχεται ένα παιδί στην θεραπεία, ουσιαστικά καλύπτει την πραγματική αιτία φόβου και έντασης. Ο φόβος παρουσιάζεται με μια γενική μορφή. Μπορεί να είναι φόβος ληστών, υψοφοβία, φόβος να μεγαλώσει, να πάει στο σχολείο, φόβος στο νερό, στο σκοτάδι, εφιάλτες και χιλιάδες άλλες μορφές.

    Κάποιες στρεσσογόνες καταστάσεις και τραυματικές εμπειρίες που βιώνουν τα παιδιά, μπορούν επίσης να χρήζουν θεραπευτικής βοήθειας. Ένα διαζύγιο, μια σοβαρή ασθένεια, ένας θάνατος, η παρενόχληση, ένας σεισμός αποτελούν γεγονότα που μπορεί να προκαλέσουν συναισθηματικό τραύμα στα παιδιά. Κάποιες φορές τα παιδιά επηρεάζονται βαθιά συναισθηματικά από καταστάσεις που φαίνονται μικρής σημασίας, όπως να είναι μάρτυρες σε ένα ατύχημα, να μετακομίσουν σε άλλη πόλη, να αλλάξουν σχολείο, ο ερχομός ενός νέου μέλους στην οικογένεια, ο θάνατος ενός κατοικίδιου.

    Ένα παιδί μπορεί να παρουσιάσει σωματικά συμπτώματα. Αυτό το παιδί μη μπορώντας να εκφράσει άμεσα τις ανάγκες και τα συναισθήματά του, βρίσκει ένα τρόπο να το κάνει. Εκδηλώνει νυχτερινή ενούρηση, εγκόπριση, άσθμα, έκζεμα, κεφαλαλγίες, στομαχόπονους, τικς, αλλεργίες, συμπτώματα που αποτελούν μια έκφραση αναζήτησης του σώματος για υγεία.

    Κάποια παιδιά έρχονται στη θεραπεία με συναισθήματα ανασφάλειας. Προσκολλούνται σε ανθρώπους για να νιώσουν ασφαλείς. Διαχωρίζοντας τον εαυτό τους από τους άλλους, νιώθουν φόβο και δεν γνωρίζουν ποιοι είναι. Μπερδεύουν τον εαυτό τους με τους άλλους, έχοντας έντονη ανάγκη για ταυτότητα. Υπάρχουν επίσης τα παιδιά που κάνουν το παν για να ευχαριστήσουν τους άλλους, αναζητώντας επιδοκιμασία. Δεν μπορούν ποτέ να λένε όχι σε τίποτα, δεν έχουν γνώμη ή σκέψη δική τους, είναι υπάκουοι και καλοί.

    Η μοναχικότητα είναι ένα πρόβλημα το οποίο μπορεί να φανεί όταν έρθει το παιδί σε θεραπεία. Το μοναχικό παιδί ξοδεύει ατέλειωτες ώρες σε ατομικές δραστηριότητες, περνά τον ελεύθερο χρόνο του μόνο, δεν έχει στενούς φίλους και προτιμά να είναι μόνο. Πολλές φορές νιώθοντας τόσο διαφορετικός από τους άλλους, προσπαθεί να τους μιμηθεί ή να γίνει αυτό που φαντάζεται για τους άλλους. Είναι παιδιά που δυσκολεύονται να πειραματιστούν, να βρουν τρόπους να σχετιστούν με τα άλλα παιδιά, να αποκτήσουν αυτό- υποστήριξη, επειδή φοβούνται την απόρριψη.

    Κάποια παιδιά έρχονται στη θεραπεία γιατί ενώ ορισμένες φορές παρουσιάζουν διαύγεια και δείχνουν να έχουν επαφή με την πραγματικότητα, ξαφνικά ταξιδεύουν στο δικό τους φανταστικό κόσμο. Συνήθως αυτά τα παιδιά φοβούνται τόσο πολύ τον κόσμο τους, που έχουν την ανάγκη να τον εγκαταλείψουν για να νιώσουν ασφαλείς.

    Κάποια άλλα παιδιά μη μπορώντας να εκφράσουν τον θυμό τους προς το περιβάλλον, το στρέφουν στον εαυτό τους. Νιώθουν ενοχές για τις πράξεις τους, γίνονται εχθρικοί προς το περιβάλλον τους- λόγω του δυσάρεστου αυτού συναισθήματος- μπερδεύονται για το ποιος ευθύνεται και κατηγορούν τον εαυτό τους. Έτσι ο θυμός, η ενοχή, η μνησικακία και η αυτό- κατηγορία μπερδεύονται μέσα τους και αναμειγνύονται στην αυτό- εικόνα των παιδιών. Πολλά παιδιά ντρέπονται που κάνουν ζημιές και καταλήγουν να ντρέπονται για την ύπαρξή τους.

    Πολλές φορές τα παιδιά που έρχονται στη θεραπεία έχουν χαμηλή αυτό- εκτίμηση και διαστρεβλωμένη αντίληψη για τον εαυτό τους. Τα παιδιά από τις πρώτες μέρες της ζωής τους, παίρνουν μηνύματα για τον εαυτό τους από τους γονείς τους. Τα παιδιά μεταφράζουν αυτά τα μηνύματα και συνεχίζουν να συλλέγουν από το περιβάλλον τους, οτιδήποτε ενισχύει αυτά τα γονεϊκά μηνύματα. Κάποιες φορές αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι ασαφή, να τα στολίσουν τα παιδιά με στοιχεία της φαντασίας τους, να ενισχυθούν από γεγονότα και καταστάσεις.

    Όλες οι συμπεριφορές που οδηγούν τα παιδιά στην θεραπεία, είναι αυτές που χρησιμοποιούν για να αποκτήσουν κάποια αίσθηση εαυτού, να νιώσουν κάποια αίσθηση δύναμης, να εκφράσουν αυτό που νιώθουν. Χρησιμοποιούν αυτές τις συμπεριφορές για να μεγαλώσουν, να επιβιώσουν, να γεμίσουν το κενό τους, να έρθουν σε επαφή με το περιβάλλον τους και τις ανάγκες τους. Συχνά γίνονται ο τρόπος ύπαρξής τους στον κόσμο, τα πρότυπα συμπεριφοράς τους, η διαδικασία τους.

   

    Βιβλιογραφία:

Herbert, M. (1998). Ψυχολογικά προβλήματα της παιδικής ηλικίας. Τόμος Β. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Nevis C. Edwin (2007). Θεραπεία Gestalt- θεωρία και εφαρμογή. Εκδόσεις Διόπτρα.

Oaklander, V. (1988). Windows to our children. Gestalt Press.

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site.Agree